Moυ είχες κρυμμένο ένα ''αντίο'' σε μιά λακούβα με απόνερα. Με πήρες από το χέρι, με οδήγησες εκεί, και μου είπες-Κοίτα.
Κοίταξα και χαμογέλασα, είδα να καθρεφτίζεται το πρόσωπο σου μα ήταν τόσο μικροσκοπικό κι απόμακρο.
Να περιμένεις μιά ''έκπληξη'' είπες κι έσκασες στα γέλια..
-Τι είναι, τι είναι πες μου σε ρώταγα.
-Θα σου πω από κοντά μου αποκρύθηκες και δε σε ξαναείδα από τότε.
Αποτύπωσα τη μορφή σου σε παραληλλόγραμμα χαρτάκια με κεφαλαία κόκκινα γράμματα, ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ, μα νόμιζα πως πουλούσα την ίδια μου την ψυχή.
Ένα όνειρο, ένα πάθος, το πάρε δώσε, η ομορφιά μα κυρίως ένα μεγάλο ''θέλω'' έκλεισαν τον κύκλο τους.
Μα οι κύκλοι κλείνουν κι ανοίγουν ξανά και ξανά. Ξαποσταίνουμε μέσα τους, ξαπλώνοντας επάνω στα ίδια μας τα μπράτσα. Τους δίνουμε μυρωδιά από την μυρωδιά μας, υπόσταση από την υπόσταση μας, ψυχή από την ψυχή μας.
Τακτοποιείς τις λέξεις σε ευυπώλητα βιβλία. Κι εγώ μαζεύω στοιχεία είπα κι ότι βγει. Ζωντανεύω ήρωες. Γιά όσο, γιά όπου.
Είναι ένα νέο ταξίδι που αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα μου. Αργά, σταδιακά. Γιά ότι.
Μου λείπει αυτό που έχω ονειρευτεί.
-Θέλω να σε καταλάβω Μιχάλη.
-Όχι τώρα Μαρία.
Φιλί
Μισό με γεύση τσαγιού.